Οι περιπέτειες των Γλυπτών του Παρθενώνα

Αυτή είναι η ιστορία των Γλυπτών του Παρθενώνα μετά την αρπαγή τους από το Ναό. Είναι μια ιστορία για το πως ένας λαός υπό κατοχή, έχασε την κληρονομιά του, τους Θεούς του, το πολιτικό του πνεύμα, τη δημόσια υπερηφάνεια του και το αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμά του να απολαμβάνει και να αξιοποιεί την πολιτιστική του κληρονομιά:

Aφού βιαίως κατεδαφίστηκαν από τους τοίχους του Παρθενώνα, τα μεγάλα κομμάτια των αετωμάτων και των μετόπων, πριονίστηκαν για να μειωθεί το μέγεθος και το βάρος τους και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν σε κιβώτια έτσι ώστε να μεταφερθούν. Τα κιβώτια αυτά παραδόθηκαν στην αυλή του Βρετανικού Προξενείου όπου και περίμεναν την αποστολή τους.

Ο ‘Ελγιν έφτασε στην Αθήνα για πρώτη φορά το 1802. Ο ιεραπόστολός του, αιδεσιμότατος Χαντ, το πρόθυμο όργανό του στην όλη υπόθεση, κανόνισε να σκαλιστούν τα ονόματα του Έλγιν και της συζύγου του σε μια στήλη του Παρθενώνα. Μια μικρή πράξη βανδαλισμού, που προδίδει τον εγωισμό του Έλγιν και του ανθρώπου του αλλά και τις ενδόμυχες σκέψεις του πως τα γλυπτά που βρίσκονταν στην Ελλάδα του ανήκουν και είναι έτοιμα, αμπαλαρισμένα για να τα πάρει. Πολύ απλά λοιπόν αυτό έκανε… τα πήρε, γνωρίζοντας ωστόσο ότι δεν είχε καμία νομική εξουσία. Ήξερε ότι έκανε λάθος, αλλά ήξερε επίσης ότι θα τη γλιτώσει με αυτήν την παρανομία, επειδή ως Βρετανός πρέσβης, έχαιρε ευνοϊκής θέσης και ασυλίας από κάθε νομική συνέπεια.

Συνακολούθως, η αποστολή των γλυπτών στην Αγγλία έγινε με πολεμικά πλοία που διέθεσε το βρετανικό ναυτικό ή με πλοία που είχε οργανώσει ο Έλγιν, ως βρετανός πρεσβευτής.

Το 1ο φορτίο με 17 ξύλινα κιβώτια φορτώθηκε στο πλοίο “Mentor”. Κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ποια κομμάτια της ζωφόρου του Παρθενώνα βρίσκονταν μέσα σε αυτά τα κιβώτια. Γνωρίζουμε τον κατάλογο του φορτίου, αλλά δεν έχουμε περιγραφή των συγκεκριμένων γλυπτών που φορτώθηκαν. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι υπήρχαν κομμάτια από το Ναό της Αθηνάς Νίκης που βρίσκεται στη νότια (δεξιά) πτέρυγα των Προπυλαίων της Ακρόπολης και από άλλες τοποθεσίες στην Αθήνα επίσης, όλα συσκευασμένα σε αυτά τα πολύ βαριά κιβώτια.

Το Mentor έφυγε από το λιμάνι του Πειραιά στις 15 Σεπτεμβρίου του 1802. Δύο ημέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια μίας θυελλώδους νύχτας, το πλοίο χτυπήθηκε από ισχυρούς ανέμους και βυθίστηκε ανοιχτά του μικρού λιμανιού του Αβλέμονα, στο νησί των Κυθήρων -μια επιθετική καταιγίδα που ξέσπασε σαν θεϊκή οργή ενάντια στη βίαιη αρπαγή των γλυπτών-.

Καταβλήθηκε αμέσως προσπάθεια από τον καπετάνιο William H. Eglen και το πλήρωμα να αγκυροβολήσουν το πλοίο με δύο άγκυρες έξω από το λιμάνι. Οι άγκυρες όμως δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν το πλοίο που ήταν γεμάτο με τον πολύτιμο αλλά βαρύ αρχαίο θησαυρό και έτσι το πλοίο προσέκρουσε σε βράχια από τη δεξιά του πλευρά και γρήγορα βυθίστηκε σε βάθος περίπου 21 μ. μαζί με το πλήρωμα και τους επιβάτες του που ευτυχώς επιβίωσαν, αλλά έχασαν όλα τα υπάρχοντά τους.

The adventures of the Parthenon Sculptures

This is the story of the Parthenon Sculptures after they were taken from the Temple. It is about how the people of an occupied country lost their heritage, their Gods, their political spirit, their public pride and their inalienable human right to enjoy and exploit their cultural heritage:

After being brutally pulled down from the Parthenon walls, the large pediments pieces and the metopes had their backs sawn off to reduce their size and weight and where then put in crates. These crates were delivered to the yard of the British consul to await shipment.

Εlgin arrived in Athens for the first time in 1802.  His missionary Reverend Hunt, his eager instrument in the whole affair, arranged for his and his wife’s names to be carved on a column of the Parthenon. A small act of vandalism that betrays the egotism of Elgin and his man and of his inwardly thoughts that the sculptures were his for the taking and he simply took them, knowing that he had no legal authority. He knew he was doing wrong, but he knew also that he will get away with that wrongdoing because as a British Ambassador, he had favourite status and immunity from any legal consequence.

Consequently, the Shipment of the Sculptures was effected in warships provided by the British Navy or in boats arranged by Elgin, as British ambassador.

The 1st Shipment with 17 wooden crates was loaded into the brig called “Mentor”. No one knows exactly which pieces of the Parthenon Frieze were in them. We know the cargo list, but we don’t have a description of which specific sculptures were loaded. What we do know is that there were pieces from the Temple of Nike and other sites in Athens too, all packed in these very heavy crates.

The Mentor left the port of Piraeus, on the 15th of September 1802. Τwo days later, in a stormy night the vessel sank off the small port of Avlemonas, on the island of Kythera – an aggressive storm erupted like a divine wrath against the violent seizure of the sculptures -.

An effort was made by the Captain, William H. Eglen and the crew to moor the ship with two anchors off the port. The anchors however could not hold the vessel which was full of the ancient but heavy treasure. The vessel hit rocks on the starboard side and quickly sunk at a depth of about 21 m. with its crew and passengers losing all their belongings, but all surviving.

 

Mag. Alexandra Pistofidou

Vorstandssekretärin IARPS

Präsidentin und Gründerin Österreichisches Komitee für die Rückgabe der Parthenon Skulpturen

Προηγούμενο άρθροΚΑΪΡΙΝΟΙ, ΠΟΡΤΣΑΪΤΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Επόμενο άρθροΗ γεύση της ζωής στο Hephaestus Radio
Mag. Alexandra Pistofidou: Secretary of the Executive Board of the International Association for the Reunification of the Parthenon Sculptures (IARPS) and Founder and President of the Austrian Committee for the Repatriation of the Parthenon Sculptures. Αlexandra studied History and Archaeology in the University of Athens and continued her studies in Palaeography with transcriptions of various Manuscripts in ancient Greek and Latin. In 2010 she moved from Athens permanently in Vienna, Austria where she completed her Master in the faculty of Historical and Cultural Studies, in the University of Vienna (Historisch-Kulturwissenschaftliche Europaforschung Uni. Wien). During this period, she excelled in Cultural Heritage, History and Law by raising the ethical question of emptying "International " Museums which serve as trophy-cases of their looted treasures (in the context of imperialism and colonialism), by stressing the immediate return of the stolen property back to their country of Origin and their rightful heirs and by writing her Thesis on the sensitive subject of the Repatriation of all the plundered Parthenon Sculptures. Parallel to her job as a Palaeographer, she studies Law in the University of Vienna (Juridicum - Rechtswissenschaftliche Fakultät, Uni. Wien) and fight daily the status quo alongside her team, by trying to raise awareness, engage the community, face challenges and spread the Code of Ethics of Cultural Heritage through Conventions, publications, declarations, proclamations, norms and various projects.