29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1863-29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1933: Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ

 

 Τα νέα της ημέρας είναι παλιά.

Γεννήθηκε ο Καβάφης.

Πέθανε ο Καβάφης.

Γεννήθηκε ο Καβάφης.

Πέθανε ο Καβάφης.

Γεννήθηκε ο Καβάφης

κι από τότε κάθε μέρα πεθαίνει

μες στην πολλήν συνάφεια του κόσμου.

Πέθανε ο Καβάφης.

κι από τότε κάθε μέρα γεννιέται

στα μάτια εφήβων, χωρίς περίσκεψιν…

 

 

Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος *

Ο Θάνατος της ανθρώπινης φύσης του Καβάφη επέφερε την διαρκή ανάσταση του ποιητή. Η Μοίρα της δισυπόστατης φύσης του μεγάλου  δημιουργού,  η ανθρώπινη και η καλλιτεχνική, η φθαρτή και ή άφθαρτη… Πεθαίνει ο άνθρωπος αλλά ο χρόνος ανασταίνει τον καλλιτέχνη, όταν του αξίζει να αναστηθεί.

Κατά συνομωσία της Μοίρας, 29 Απριλίου , ήρθε κι έφυγε την ίδια μέρα, σε ηλικία 70 ετών.  Ο ερχομός του, το 1863, ταυτοποιείται με το “πιστοποιητικό βαφτίσεως” που έγινε ένα χρόνο μετά, στις 28 Μαίου 1864,  στον Ι.Ν του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια, με νονά την Αμαλία Πιταρίδου.

 

 

Ο θάνατος του επήλθε πριν το ξημέρωμα της 29ης Απριλίου του 1933 και κηδεύτηκε την ίδια μέρα. Η κηδεία του ανακοινώθηκε  στον τύπο την Πρωτομαγιά σ’ ένα μονόστηλο πρωτοσέλιδο που του αφιέρωσε ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ και την ίδια μέρα στα Πένθη της εφημερίδας ΦΩΣ του Καϊρου, με κάποιο κακό υπολογισμό στην ηλικία που τον εμφανίζει κατά μια πενταετία νεότερο.

“Εις την κηδείαν του γενομένη εις τον Άγιον Σάββα προχθές απόγευμα παρέστη ο,τι η Αλεξάνδρεια έχει καλόν εις σκέψιν και τέχνην…”  Αφού αναφέρονται πολλά από τα ονόματα των επισήμων που παραβρέθησαν στην κηδεία καταλήγει “ μετά την νεκρώσιμο ακολουθίαν της οποίας παρέστη ο Άγιος Τριπόλεως,  ο Γενικός Πρόξενος κ Σκέφερης ομίλησε καταλήλλως. Εις το νεκροταφείον όπου ανέμενε πολύς κόσμος αποχαιρέτισε τον νεκρό ο κ. Λεοντής”

Στον επικήδειο του , ο Γενικός Πρόξενος της Αλεξάνδρειας Π. Σκέφερης, ανέφερε τα παρακάτω που αντιγράφουμε από το βιβλίο του Μ. Γιαλουράκη “ Η Αίγυπτος των Ελλήνων”.

 

 

«Δεν τολμώ νά ΄χω σκοπό να εξυμνήσω εγώ, στη θλιβερή αυτή στιγμή, τον υπέροχο ποιητή και τον σπάνιο τεχνίτη. Εκπρόσωπος όμως του Ελληνισμού πώς να μην αναλογιστώ τον αντάξιο υμνητή μιας από τις ένδοξες σελίδες του πολιτισμού μας! Αλεξανδρινός, πνεύμα και ψυχή, περήφανος που αξιώθηκε μιαν τέτοια πόλι- θα μείνει για όλους ο Καβάφης ο υπέρτατος υμνητής του Αλεξανδρινού Ελληνικού Πνεύματος. Κι όπως εκείνος εχάραξε μιαν ολόκληρη περίοδο του πολιτισμού μας, έτσι κι ο Καβάφης κατορθώντας με την τέχνη του να το ξαναζήσει, εδημιούργησε ποίηση και σχολή δική του- καινούργια άνθιση  ελληνικού πολιτισμού στην Αλεξάνδρεια. Σοφός, με πνεύμα λεπτό, χαρακτήρα, αριστοκράτης, καλλιτέχνης, εκτιμητής του ωραίου, όλα τον έκαμαν άξιον στον υψηλό της ποιήσεως κόσμο, εκει που πέρασε και που θα μείνει…»

 

[…] Τις τελευταίες στιγμές του Καβάφη περιγράφει και ο Γ. Α. Παπουτσάκης, σε επιστολή του προς τον Γ. Βρισιμιτζάκη στις 15 Μαϊου 1933: «Πέθανε στο Ελληνικό Νοσοκομείο, όπως σας έγραψα και πιο πάνω στας 2 και 5. Οι τελευταίες του ώρες ήταν πολύ ήσυχες. Εγώ ήμουν στο Νοσοκομείο όταν εξεψύχησεν-ήμουν εκεί από τας 7 το απόγευμα της Παρασκευής μέχρι τας 4 του Σαββάτου το πρωί. Από το πρωί της Παρασκευής (μάλλον από το μεσημέρι) έχασε τας αισθήσεις του, αλλά μέχρι της τελευταίας του στιγμής σχεδόν είχε πού και πού στιγμές πολύ lucides. Το βράδυ, περί τα 9 σκεφθήκαμε να φέρωμε ιερέα να τον κοινωνήση, αλλά εφοβούμεθα για την εντύπωσι που θα του έκαμνε. Επιτέλους, η Κα Σεγκοπούλου, όταν ήλθεν ο ιερεύς, τον πλησιάζει και του λέγει: «Ήλθεν ο ιερεύς να σας κοινωνήση. Θέλετε;» Εκείνος που μέχρι της στιγμής εκείνης, καθισμένος στην πολυθρόνα του, μόλις μπορούσε να σαλέψη τα χέρια του, έγνεψε μ’ ευχαρίστησι καταφατικά. Ο ιερεύς του έψαλε τα σχετικά και ακολούθως του έδωσε θεία μετάδοσι. Τότε ο Καβάφης εσήκωσε τα χέρια του ψηλά όσο μπορούσε ικανοποιημένος. Δεν ξέρω αν ήταν σημείο αγαλλιάσεως ή αν εζητούσε συγχώρησι από τον Θεόν που επίστευε. Σας περιγράφω εν ολίγοις τη σκηνή, γιατί είνε χαρακτηριστική. Φαντάζομαι ότι θα πέθανε αισθανόμενος τον εαυτό του ευτυχσμένο, σαν τον Κυρ-Μανουήλ τον βασιλέα, ντυμένος μες στην πίστι του σεμνότατα. Στο κρεββάτι δεν ήθελε να πλασιάσει παρά λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήτανε θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου, αληθινά αξιοπρεπούς.» […]

«Ποιητή, με λύπη σ’ αποχαιρετά η πατρίδα και η Αλεξάνδρεια που σε χάνει.»

 

 

 

Σύμφωνα με μεταγενέστερη αφήγηση αυτόπτη, «έκανε ζέστη τη μέρα εκείνη και ο κόσμος λίγος στην κηδεία-ο ποιητής οδηγήθηκε στο νεκροταφείο με την απλότητα και τον λακωνισμό που άφησαν τ’ αχνάρια τους και πάνω στη ζωή του.»

Στο ελληνικό κοιμητήριο του Σιάτμπι, όπου θάφτηκε, το ίδιο απόγευμα στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων, αποχαιρέτησε τον ποιητή, εκ μέρους των ελλήνων διανοουμένων (που είχαν καλύψει το φέρετρό του με στεφάνι δάφνης), ο Απόστολος Λεοντής.

Στην πλάκα του τάφου του γράφτηκε, όπως είχε γραφτεί και στο τελευταίο του διαβατήριο, η μοναδική ιδιότητα με την οποία θα τον θυμάται ολόκληρη η ανθρωπότητα:

«Στις 29 Απριλίου 1933 (ημέρα των γενεθλίων του) ο κύριος Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης, χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της Μοίρας απέναντι στον ακριβέστερο εξόριστο άρχοντα του ελληνικού λόγου, έκλεισε στη γενέτειρά του τον εβδομηντάχρονο κύκλο της επίγειας ζωής του, και πέρασε στον κύκλο της αιωνιότητας: έγινε, οριστικά, ο Καβάφης.»

(Πηγή: Δ. Δασκαλόπουλος-Μ. Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Κ.Π.Καβάφη, εκδ. Μεταίχμιο)

Στις 22 Ιουνίου 1933 την ημέρα που πραγματοποίηθηκε το φιλολογικό μνημόσυνο του Κ.Π.Καβάφη, ο Απόστολος Λεοντής πραγματοποιεί το δικό του, στο πρωτοσέλιδο του ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ, όπου και αναφέρει μεταξύ άλλων:

“Τον άνθρωπον αυτόν πώς ήτο δυνατόν να τον προσέξει ο πολύς ο κόσμος των περαστικών,κόσμος που δεν είχε καμίαν ουτε πνευματική ουτε ψυχικήν συγγένεια μαζί του; […]

 

 

Όταν έμαθα τες λεπτομέρειες της τελευταίας ημέρας του, είδα πόσον αστήρικτοι ήσαν οι ενδοιασμοί μου και πόσον το πνεύμα αυτό δεν ηττήθηκε, δεν έχασε την υπερηφάνεια, αλλά στάθηκε σε ωραίον ύψος κατά το αντίκρυσμα της μεγάλης στιγμής. Το χαμόγελο δεν τον εγκατέλειψε ούτε λεπτόν. Στους επισκέπτας που ήθελαν να τον εμψυχώσουν, απαντούσε με χειρονομίαν αποχαιρετισμού. Οι γύρω του εσκέπτοντο αν θα έπρεπε να του προτείνουν την ιερά κοινωνία, κανείς όμως δεν τολμούσε. Όλοι εφοβούντο ότι η πρότασις, που θα ισοδυναμούσε με αναγγελίαν οριστικής και αμέσου καταδίκης, θα κατέφερε σκληρότατον τραύμα κατά του ηθικού του. Τέλος, ο ιερεύς του Νοσοκομείου απεφάσισε να του υποδείξη δειλά την ανάγκη της μεταλήψεως, ο δε Καβάφης, αφού τον είδε με το διαπεραστικό βλέμμα του επί ολίγα δευτερόλεπτα, ένευσε καταφατικά. Προς αποφυγήν συγκινήσεως, ο ιερεύς ηθέλησε να κρύψη το δισκοπότηρον κατά την στιγμήν της κοινωνίας, ο ετοιμοθάνατος όμως, εξακολουθών να έχη πλήρη διαύγειαν πνεύματος, εζήτησε με εκφραστικήν χειρονομίαν την εμφάνισην του ιερού σκεύους. Εκοινώνησε με κατάνυξιν, αλλά με απόλυτον ψυχραιμίαν, κατόπιν ύψωσε και τα δύο χέρια και με το βλέμμα προς τα άνω εφάνη ότι προσηύχετο. Έπειτα εμειδίασε προς όλους τους γύρω και έκλεισε τους οφθαλμούς. Τους ήνοιγε κάθε λίγο και εχαμογέλα στους παρακολουθούντας την επιθανάτο αγωνία, έθετε την παλάμη στην καρδία για να εξακριβώση τους παλμούς της, το χέρι στο μέτωπο για να βεβαιωθή για την εγκεφαλική λειτουργία και διαβεβαίωνε με χειρονομίες και χαμόγελο τους άλλους, ότι ακόμα όλα πηγαίνουν καλά, έως ότου έκλεισε τέλος τα μάτια για να μην τα ανοίξη πια στο φως της ημέρας. Έτσι απέθανεν ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης 

[…]

Εν τούτοις και τούτο είναι το ανεξήγητον, ο ποιητής Καβάφης απέθανε και με τον θάνατον του σημειούται ένα κενόν στην Αλεξάνδρεια…Τα πεζοδρόμια των μεγάλων αρτηριών της τον αναζητούν κατά τας ώρας που συνήθως την διέσχιζε, τον αναζητούν τα κέντρα που εσύχναζε, οι πελάται των που είχαν εξοικοιωθεί να τον βλέπουν σ αυτά. Και οι διαβάται ακόμη που έρριπταν αδιάφορο το βλέμμα επάνω του είμαι βέβαιος , ότι σε στιγμές αφαιρέσεως οραματίζονται το βραδύ πέρασμά του. Το νεύμα του εκλιπόντος ποιητού δεν εγκατέλειψε την αγαπημένη του Αλεξάνδρεια. Κάποια υποβολή του αφυπνίζει τα μνημονικά όργανα, για να επιβάλλει την ανάμνηση του περάσματος του απο την πόλη των Πτολεμαίων.”

 

 

Το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του έγινε στον Ιερό Ναό του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στις 11 Ιουνίου 1933 και λίγες ημέρες αργότερα το φιλολογικό του μνημόσυνο, στις 22 Ιουνίου στην Αίθουσα της `Αμερικάνικης Αποστολής.

 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ  Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ***

 

Τον είδα που περπάταγε να πάει στο καλό του,

Τον πήγαιναν τα βήματα κι ο δρόμος ανοιχτός

Τι σταυρουδάκι φόραγε τις νύχτες στο λαιμό του

Και του ‘μεινε η συνήθεια να περπατά σκυφτός;

Τον είδα ή μου φάνηκε;

Δεν ξέρω, μη ρωτάτε.

Αλήθεια ήταν; Όνειρο;

Δεν ξέρω να σας πω

Τον είδα κρυφοκοίταγε απ’ των ματιών τις άκρες

 τ’ αδέσποτα που τρέχανε ξωπίσω του κι αυτά.

«Ποιος έρωτας τα έμαθε να τρέφονται με σάρκες;»

Παραμιλούσε κι έλεγε κοιτώντας τα, κλεφτά.

Τον είδα ή μου φάνηκε;

Δεν ξέρω, μη ρωτάτε.

Αλήθεια ήταν; Όνειρο;

Δεν ξέρω να σας πω

Τον είδα  και τον έβλεπα μέχρι τα χτες ακόμα

Τη μια στην Αλεξάνδρεια, την άλλη Πειραιά.

Από την Πόλη φύλαγε  μια σακουλίτσα χώμα

Για τα σκουλήκια αντίδωρο του κόσμου τα σκαιά.

Τον είδα ή μου φάνηκε;

Δεν ξέρω, μη ρωτάτε.

Αλήθεια ήταν; Όνειρο;

Δεν ξέρω να σας πω

 

***το ποίημα του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο λογοτεχνικό  περιοδικό Λεξητανίλ, το  2013, στην 80η επέτειο μνήμης του Καβάφη. Οι φωτογραφίες είναι από το Αρχείο Καβάφη και τη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

 

*Διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου