ΠΑΛΙΑτζούρες Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος

Θεόφιλος: ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ “ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ”, ΘΕΟΦΙΛΟΥ. «Υπαίθριοι κουρείς εις μίαν οδόν της ιθαγενούς συνοικίας του Καΐρου». ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΕΡΙΑΝΤ, ΣΤΗ ΒΑΡΕΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ.

 Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος*

Ο Στρατής Ελευθεριάδης, (Μυτιλήνη 2 Μαϊου 1897-Παρίσι 23 Οκτωβρίου 1983)  γνωστός και με το γαλλικό καλλιτεχνικό όνομα Tériade (Τεριάντ), ήταν τεχνοκριτικός, εκδότης καλλιτεχνικών εντύπων και συλλέκτης έργων τέχνης.

Ήταν αυτός που ανακάλυψε τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο το 1930. Σε συνέντευξη της στο δημοσιογράφο Στρατή Μπαλάσκα, το 1994, η σύζυγος του Τεριάντ, Άλις  αναφέρει σχετικά. «Ο Τεριάντ έλεγε  πως όταν γνώρισε το Θεόφιλο οι ψείρες ήταν περισσότερες από τα κύτταρά του. Πολύ φτωχός, πεινασμένος. Εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ΄30.

Σε ένα ταξίδι στη Μυτιλήνη, λοιπόν, τότε είδε τις ζωγραφιές του Θεόφιλου σε τοίχους και χαρτιά. Του άρεσε η αφέλεια της ζωγραφικής του τσολιά και όταν τον γνώρισε, του είπε «Θεόφιλε, είσαι ζωγράφος».

Ο Τεριάντ, βέβαια, τότε δεν είχε λεφτά. Του αγόρασε ύφασμα με το μέτρο και μάλιστα έλεγε πως αγόρασε το πιο φτηνό που υπήρχε στην αγορά της Μυτιλήνης. Το έδωσε  στον Θεόφιλο και του είπε: «Ζωγράφισε για μένα και να έρχεσαι δυο φορές την ημέρα  να τρως στο σπίτι μου. Εγώ θα σε ταΐζω κι εσύ θα ζωγραφίζεις». Κάπως έτσι ο Θεόφιλος ζωγράφισε για τον Τεριάντ 100 έργα.

Ο Τεριάντ βέβαια  αναρωτιόταν γι’ αυτά τα έργα. «Τι θα γίνουν;». Τον βασάνιζε η ανάγκη να προβάλει το συμπατριώτη του λαϊκό ζωγράφο.  Τότε, βέβαια , ζούσε και ο ίδιος δύσκολα με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε ως δημοσιογράφος. Πώς θα μπορούσε να οργανώσει μια έκθεση ζωγραφικής; Χρόνια αργότερα, έκανε την πρώτη παρουσίαση του Θεόφιλου. Και μάλιστα στο Λούβρο. Βέβαια, η έκθεση αυτή δεν ήταν αρκετά πετυχημένη…».

«Ο Θεόφιλος για τον Τεριάντ» συνεχίζει η Τεριάντ, «δεν ήταν απλώς μια οικονομική διαχείριση κάποιων  έργων, που κόστιζαν βέβαια πολλά. Βέβαια μερικές φορές ήμασταν αναγκασμένοι να γινόμαστε έμποροι, αλλά δεν ήταν αυτό που ενδιέφερε τον Τεριάντ. Έλεγε πως το έργο δεν θα έπρεπε να διασκορπιστεί. Έψαχνε να βρει έργα του Θεόφιλου. Κάθε χρόνο άνοιγε τα μπαούλα και κοιτούσε τα έργα που ήταν τυλιγμένα σαν ρολό, Κάποτε άστραψε κάτι μέσα του και είπε: «Θα φτιάξω το Μουσείο του Θεοφίλου στη Μυτιλήνη. Και εκεί  μέσα θα βάλω τα έργα του».

Με δωρεά του Ελευθεριάδη χτίστηκε το Mουσείο Θεοφίλου σε κτήμα της οικογένειάς του στη Βαρειά της Μυτιλήνης, κοντά στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Αργότερα χτίστηκε και το Μουσείο Tériade, λίγα μέτρα πιο πέρα, που φιλοξενεί έργα σπουδαίων Ελλήνων και ξένων ζωγράφων (Τσαρούχη, Πικάσο, Σαγκάλ, Ματίς κ.α.), τα οποία ανήκαν στη συλλογή του Ελευθεριάδη

Ανάμεσα στα έργα αυτά και το εικονιζόμενο έργο του Θεόφιλου, «Υπαίθριοι κουρείς εις μίαν οδόν της ιθαγενούς συνοικίας του Καΐρου». Το εργο αυτό Ο Θεόφιλος, το ζωγράφισε το 1933, ένα χρόνο μόλις πριν το θάνατο του, παραμονές του Ευαγγελισμού του 1934 και είναι  η δεύτερη αναφορά του στην πόλη του Καΐρου μετά το έργο «οι Πυραμίδες και ο Νείλος ποταμός» (1928).

Ενάμισι χρόνο μετά γραφεί ο Ελευθεριάδης -Τεριάντ στην εφ. Αθηναϊκά Νέα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 για τον «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» ,όπως συχνά αποκαλείται.

«Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΉ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑΣ ξαναγεννιέται φυσικά μέσα στὀ ἔργο τοῦ Θεόφιλου. Ἡ ἀπλότης, ἡ γνώσις τῆς ἐπιφάνειας ἑνός τοίχου, ἡ αἴσθηση ἑνός χρώματος ἐπάνω σ’ ἕνα ἀσβεστωμένο ἑλληνικὸ τοῖχο, ἡ θαυματουργὸς εὐαισθησία γενικό στὸ χρῶμα, τα στολίδια μιᾶς δροσερῆς πηγαίας φαντασίας, τέλος ἡ ἀφέλεια, αὐτὴ ἡ δημιουργικὴ ἀφέλεια, ποὺ κάνει τὴν πρωτόγονη τέχνη ἴση μὲ τὴν πιὸ ἐξελιγμένη κι ἴσως καὶ καλύτερη – ὅλα αὐτὰ μαζί, συνθέτουν τὴ φυσιογνωμία τοῦ Θεόφιλου ποὺ τ’ ἀλαφρογάλανα μάτια του καθρέφτιζαν θησαυροὺς ἀπὸ χρώματα εὐγενικὰ καὶ δυσκολεύρετα, καὶ τὸν φέρνουν στὸ ἐπίπεδο ὅλων τῶν «πριμιτὶφ» κι ὅλων τῶν πιὸ νεωτεριστῶν σημερινῶν ζωγράφων ποὺ τὴν ἐφευρετικὴ τόλμη των τὴν κατεῖχε σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μᾶς ἐκπλήττει.

Ὅταν ὁ Θεόφιλος ζωγραφίζει ἥρωες τοῦ ’21, οἱ φουστανέλες γίνονται λουλούδια στοὺς ἀγρούς. Ὅταν ζωγραφίζει δάση πολύφυλλα ἐκφράζει μὲ τὴν πράσινη ποικιλία των ὅλη τὴ λαχτάρα ἑνὸς ἀγρότη γιὰ τὸ νερό. Ὅταν ζωγραφίζει σκηνὲς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, φτάνει στὴ συνθετικὴ καὶ χρωματικὴ ἑνότητα τῶν πιὸ σοφῶν ζωγράφων. Τὸ τοπία του κινοῦνται σύμφωνα μὲ τοὺς πιὸ ζωντανοὺς πλαστικοὺς ρυθμοὺς καὶ τὸ καθένα λύνει, μπορεῖ νὰ πῇ κανείς, κι ἕνα πλαστικὸ πρόβλημα.

Ὅταν ὁ Θεόφιλος ζωγραφίζει σπίτια καὶ βρύσες, τὰ ἄστρα του ἔχουν τὶς ἐκφραστικὲς βαθύτητες τοῦ Οὐτρίλλο. Ὅταν ζωγραφίζει σκηνὲς ἀπὸ μέρη ὁποῦ δὲν ἐπῆγε ποτέ του, ἡ ζωντάνια τῶν ἀναπολήσεών του μᾶς φέρνει στὸν Ντουὰ ντὲ Ρουσςῶ μὲ τὶς θαυμάσιες φανταστικὲς περιγραφές του. Ὁ Οὐτρίλλο ποθῶντας νὰ ἀποδώσει τὴν ἀσπράδα τῶν τοίχων, ποὺ ἐπιτυχαίνανε οἱ φίλοι του οἱ χτίστες, ἐζωγράφισε τὴν περίφημη «λευκὴ περίοδο» τοῦ ἔργου του. Ὁ Ρουσσῶ ζητώντας νὰ ζωγραφίσει, ὅπως οἱ ἀκαδημαϊκοὶ ζωγράφοι, ἔκανε ἔργο παράλληλα μὲ τὰ ἔργα τῶν πιὸ κλασσικῶν ζωγράφων τῆς πατρίδος του. Ὁ Θεόφιλος εἶχε πάντα μέσα του τὴ συγκίνηση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καῖ μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ βυζαντινὰ εἰκονίσματα καὶ τὴ λαϊκὴ ὰρχιτεκτονική, ποὺ εἶναι τόσο μεγάλη καὶ τόσο σύμφωνη μὲ τὶς ὑπέροχες διαστάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου. Δὲν ζητοῦσε παρὰ νὰ προσφέρει στοὺς συγχρόνους του τὶς χρωματικὲς χαρές, τὰ ἑλληνικὰ φῶτα ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος θησαυρίσει ἀσυνείδητα στὴν ψυχή του καὶ κατόρθωσε χρωματικά. Οἱ κάρτες καὶ τὰ ὁποιαδήποτε σχέδια ποὺ μεταχειριζότανε ὡς βάσεις πεζὲς γιὰ τὸ ξεκίνημα τῆς ζωγραφικῆς του φαντασίας μεταρσιώνονται, νομίζει κανείς, ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ χρώματα καὶ τὴν πλούσια σύνθεσή του. Καὶ ποιός ζωγράφος ἐπραγματοποίησε καλλίτερα, μεγαλοπρεπέστερα, τὴν ἀδιαφορία του γιὰ τὸ πρῶτο αἴτιο, γιὰ τὸ θέμα, γιὰ τὸ πρόσχημα θέμα, ἀπὸ τὸν Θεόφιλο. Γι’ αὐτόν, τὸ πραγματικό θέμα, δηλαδὴ ἡ ζωγραφικὴ ἡ ἴδια καὶ ἡ ποίησίς της, ἀρχίζουν ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τελειώνει τὸ ντοκουμέντο.

Ὁ Θεόφιλος, γέννημα καὶ θρέμμα τῆς ἑλληνικῆς φύσεως καὶ ἀπόγονος ἄμεσος τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι γιὰ μένα τὸ εὐγενικότερο, τὸ ἀριστοκρατικότερο σύμβολο τοῦ λαοῦ μας, μιὰ βεβαίωση πὼς αὐτὸς ὁ λαὸς ζεῖ καὶ νοιώθει βαθειὰ καὶ πὠς, ἅμα τοῦ δοθεῖ εὐκαιρία μὲ τὰ χαρίσματα τῆς τέχνης νὰ πῇ τὸν λόγο του, δηλ. νὰ ἐκφρασθῇ, κατορθώνει νὰ ξεπερνᾶ ὅλα τὰ ἐπίκτητα, νὰ φθάνῃ ὅλα τὰ καλὰ καὶ νὰ συγχρονίζεται κάνοντας τὰ ἄλματα ἐκεῖνα ποὺ ἐπιτρέπει αὐτὸς ὁ τόπος. Ἡ αὐθεντικότητα τῆς τέχνης ἑνὸς Θεόφιλου πρέπει νὰ μᾶς γεμίζει χαρὰ γιατὶ εἶναι καμωμένη ἀπ’ ὅ,τι διαρκεῖ μέσα σὲ μιὰ μεγάλη ράτσα, ποὺ ζεῖ μέσα στὸν πιὸ δυνατὸ τόπο τοῦ κόσμου, μέσα στὸ πιὸ ὡραῖο περιβάλλον ποὺ δόθηκε στὸν ἄνθρωπο. Εἶναι καμωμένη ἀπὸ στοιχεῖα ἀνάλαφρα καὶ ὄχι βαρεία καὶ βάρβαρα καὶ καταθλιπτικά, ἀπὸ εὐαισθησία ὑπερπολιτισμένη, πραγματική, ἀκριβόλογη, ἀπὸ ψυχικὰ νιάτα.

Ἡ αὐθεντικότης ἑνὸς Θεόφιλου βρίσκεται ὁλόκληρη στὴ Ζωγραφικῆ εὐθύνη τοῦ ἔργου του. Καὶ τί ἱκανοποιητικότερο γιὰ τὴ ράτσα μας ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ μποροῦμε νὰ βρίσκουμε μέσα της ἕναν τέτοιον ζωγράφο ὅταν τὸν χρειαζόμαστε, ἕναν ζωγράφο ποὺ νὰ μᾶς ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια μας καὶ νὰ μᾶς πείθει ν’ ἀνοίξουμε ἀπεριόριστη πίστωση στὸν λαό μας. Ὅπως τὸν Ρουσσῶ, τὸν ἀνακηρύξαν οἱ τολμηροὶ Παρισινοὶ ζωγράφοι τοῦ 1910, ἔτσι καὶ τὸν Θεόφιλο θὰ τὸν βάλουνε στὴν πρέπουσά του θέση, κοντὰ σὲ ὅ,τι ὑπάρχει εὐγενέστερο στὴν ἑλληνικὴ τέχνη ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς χρόνους ἕως σήμερα, οἱ Ἕλληνες καλλιτέχνες τοῦ 1935, ποὺ δημιουργοὺν σιγά-σιγὰ καὶ πάντα.»

*Διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου

 

Αφήστε μια απάντηση