Η μαργαρίτα και το γαϊδουράγκαθο

Maria Moschou

“Σε παρατηρώ πολύ καιρό, είπε η μαργαρίτα στο γαϊδουράγκαθο, αλλά δε γνωρίζω πώς να σε πλησιάσω. Μου αρέσεις πάρα πολύ και θέλω να κάνουμε πιο στενή παρέα.”

“Κι εγώ σε παρακολουθώ καιρό,” απάντησε εκείνο, “αλλά αντιστέκομαι πολύ. Βλέπεις η τουλίπα που είχα πλησιάσει πριν αρκετό καιρό, αν και δεν είχε αγκάθια, μου τρύπησε το μίσχο μου πολύ βαθιά.”

“Λυπάμαι πολύ,” του απάντησε η μαργαρίτα, “αλλά εγώ δεν έχω τέτοια πρόθεση.”

Το γαϊδουράγκαθο πάλευε μέσα του. Προτιμώ να την κάνω φίλη  μου, να κάνουμε παρέα και να μην τη χάσω από τη ζωή μου, σκεφτόταν, παρά να τραυματιστεί ολόκληρος ο κορμός μου.

Η μαργαρίτα από την άλλη έβλεπε κι ένιωθε τους δισταγμούς του και λυπόταν πολύ που δε μπορούσε να βοηθήσει.

Μία μέρα φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και της μαργαρίτας της έφυγε ένα ανθάκι.

Να το, σκέφτηκε το γαϊδουράγκαθο, δε μου αρέσει να την έχω δίπλα μου. Τελικά δεν είναι αρκετά όμορφη, χάνει τα άνθη της κι εγώ δε θέλω δίπλα μου ένα λουλούδι χωρίς ανθάκια. Αυτή είναι μία πολύ ωραία δικαιολογία. Την επόμενη μέρα καθώς στεκόταν πλάι πλάι τα δύο λουλούδια, λέει το γαϊδουράγκαθο. Ξέρεις, είδα χθες πως χάνεις τα άνθη σου και δε νιώθω καθόλου άνετα μαζί σου.

Έκπληκτη η μαργαρίτα γύρισε προς το μέρος του. Έβλεπε το σκυμμένο του κεφάλι, τα σφιγμένα του κλαδιά και την μεγάλη του αντίσταση στον άνεμο.

 

 

“Τι κρίμα”, σκέφτηκε, “πόσο παλεύει μέσα του αυτή τη στιγμή. Νομίζει πως δεν το βλέπω, πως δεν το καταλαβαίνω.  Έχει κοκκαλώσει…… Σχεδόν δε μπορεί να αναπνεύσει.  Δυστυχώς δεν υπάρχει ελπίδα να το βοηθήσω.

Είδε τα ανθάκια που χάνω, αλλά δεν πρόσεξε την ομορφιά μου και τη χαρά που δίνω στους γύρω μου όταν ανθίζω. Ούτε του πέρασε από το μυαλό πως είμαι πάρα πολύ εύθραυστη, για α χάνω τόσο εύκολα τα άνθη μου. Φυσικά ούτε καν σκέφτηκε, πως εκείνο ξεραίνεται εντελώς κάποια στιγμή.”

“Δεν πειράζει, καλό μου,” του είπε. “Καταλαβαίνω πως έχεις κοκκαλώσει τόσο πολύ, που ούτε ένας πολύ δυνατός άνεμος δε μπορεί να σε λυγίσει, ούτε καν μία καταιγίδα. Θα μείνεις εκεί άκαμπτο. Θυμήσου όμως πως η φύση μας έχει πλάσει να λυγίζουμε με τις ριπές του ανέμου και παρόλα αυτά να καταφέρνουμε να στεκόμαστε όρθια.”

Γύρισε προς τον ήλιο, τον ευχαρίστησε που της χαρίζει ζωή κι ας χάνει τα άνθη της. Κι αν ενόχλησε αυτό το γαϊδουράγκαθο, ήταν σίγουρη πως κάποιο άλλο λουλούδι δε θα σταθεί στα χαμένα άνθη, αλλά στη χαρά που σκορπίζει, όταν είναι ανθισμένη.

Μ.Μ Παραμύθια για μεγάλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here