Η χρυσόμυγα που μας έσωσε στην Κατοχή από τους Γερμανούς

 

Έχοντας πάει μέχρι το γραμματοκιβώτιο του ξαδέρφου μου, του Αλέξανδρου Παρδάλη, προ μηνών για να ρίξω μία πρόσκληση του Συλλόγου των Κηφισιωτών, δεν κρατήθηκα από τον πειρασμό να κατέβω να δω τι απέμεινε από το σπίτι του παππού μας. Και βέβαια το μόνο που σώζεται, είναι το πηγάδι. Ακούμπησα στη σιδεριά και κοντοστάθηκα, ενώ το βλέμμα μου παρατηρούσε το γύρω χώρο στο σπίτι που στέγασε τα παιδικά μου χρόνια, τα παιχνίδια με τον αγαπημένο ξάδερφό μου το Μηνά, την αγάπη για την οικογένειά μου, τις φοβίες μου, τα όνειρά μου κι ό,τι άλλο συνιστά την παιδική μου ηλικία.Το σπίτι ήταν στα «πάνω αμπέλια», όπως λεγόταν τότε η περιοχή που σήμερα γνωρίζουμε περίπου σαν το πάνω μέρος της περιοχής του Στροφυλίου. Το σπίτι ήταν στη λεωφόρο Κηφισιάς, ανάμεσα στους δρόμους Σπάρτης και Κρήτης. Μηχανικός ήταν τότε ο Βαρουξάκης, ο οποίος εκμεταλλεύθηκε την κατωφέρεια του εδάφους και έκανε και την κάτω κατοικία του παππού. Μόνο που αυτή βγήκε κυκλική, διότι δεν έσκαψαν όλο το βράχο. Είχε μία είσοδο ανατολική που οδηγούσε στο σαλόνι και μία δυτική που οδηγούσε σε ένα οριζόντιο δωμάτιο και στη συνέχεια στις κρεβατοκάμαρες και στην τραπεζαρία. Από την τραπεζαρία πήγαινες στην κουζίνα και κατόπιν στο σαλόνι. Το σπίτι ήταν δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα. Οι κρεβατοκάμαρες ήταν μεσημβρινές και το σαλόνι βορινό, όπως και η κουζίνα.

Το κάτω σπίτι ήταν ο χώρος, όπου τα παιδιά βασιλεύαμε στη διάρκεια όλου του χειμώνα. Στο οριζόντιο δωμάτιο όπου έμπαινες από τη δυτική είσοδο, η γιαγιά είχε βάλει ένα ντιβάνι, μία πολυθρόνα και ένα τραπεζάκι πάνω στο οποίο βρισκόταν το παλιό τεράστιο ραδιόφωνο που είχε η οικογένεια.

Αυτό το ραδιόφωνο είχε φροντίσει ο δεύτερος αδελφός του πατέρα μου να το ξεσφραγίσει για να ακούμε στο BBC ειδήσεις από την Αγγλία. Για να μην ακούμε τι γινόταν στον πόλεμο, οι Γερμανοί μας είχαν σφραγίσει το ραδιόφωνο στην πρώτη περίοδο της γερμανικής κατοχής. Όταν το ξεσφραγίσαμε, η γιαγιά το ακούμπησε στο τραπέζι του πιο απομακρυσμένου δωματίου, έτσι ώστε αν έρχονταν οι Γερμανοί, να προλάβουμε να το κρύψουμε.

Γυρνώντας στην ανοιξιάτικη βόλτα μου στο σπίτι του ξαδέρφου μου Αλέξανδρου που έλεγα πριν, βρισκόμουν στο πηγάδι κι αγνάντευα και βούρκωναν τα μάτια μου. Μια χρυσόμυγα πέταξε ζωηρά γύρω μου με το γνωστό της διαπεραστικό ήχο. Το ζουζούνισμά της με πήρε από τις σκέψεις για το σπίτι της γιαγιάς της «Παρδάλαινας» και με ταξίδεψε σε μηδενικό χρόνο στα παιχνίδια με το Μηνά μέσα στο μεγάλο περιβόλι της γιαγιάς, όπου μην έχοντας παιχνίδια σκαρφιζόμασταν τα πάντα για να παίξουμε και οι χρυσόμυγες αποτελούσαν ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα, που είχαμε για να παίζουμε.

Ο ξάδερφός μου ο Μηνάς, που ήμασταν ιδιαίτερα δεμένοι γιατί μεγαλώσαμε μαζί, έδενε τη χρυσόμυγα με μία κλωστή κάτω από τις φτερούγες της και μετά μου έδινε την κλωστή να την κρατάω κι η χρυσόμυγα που πέταγε για να φύγει, τελικά πέταγε γύρω γύρω. Εμένα, που ήμουν μικρή, όλο αυτό μου άρεσε και χαιρόμουν κι ο ξάδελφός μου ο Μηνάς που δεν είχε αδελφή κι έβλεπε εμένα χαρούμενη, χαιρόταν κι εκείνος. Βέβαια όλο αυτό το παιχνίδι με τη δεμένη χρυσόμυγα, δεν το ήξερε η γιαγιά.

«Μηνά μία χρυσόμυγα» του φώναξα κι εκείνος αμέσως μου απήντησε «θα στην πιάσω …. μα πού είναι … μισό λεπτό … να’ την την έπιασα».

«Κανονίστε να μην με αφήσετε να κοιμηθώ το μεσημέρι και θα δείτε τι σας περιμένει» πετάχτηκε η γιαγιά και είπε και κάτι ήξερε που το ‘λεγε.

«Γιαγιά μην ανησυχείς θα την βάλω σε ένα σπιρτόκουτο και θα την κρύψω κάτω από το μαξιλάρι μου» της απήντησα εγώ το ξυπνοπούλι.

Το μεσημέρι η γιαγιά είχε την συνήθεια να παίρνει έξω στον κήπο ένα κηφισιώτικο υπνάκο κάτω από την τηλιά ή όπως πολλοί την λένε σήμερα φλαμουριά. Αυτή τη φορά όμως μπήκε μέσα για να δει τι κάνουν τα αγόρια κι αν είναι ήσυχα για να μην ξυπνήσουν τον παππού που είχε έρθει στο σπίτι από την πλατεία, από το καφενείο που είχε εκεί, για να ξεκουρασθεί για μεσημέρι. Βρήκε λοιπόν τα αγόρια να τσακώνονται.

Είπε λοιπόν σε μένα να βγω έξω στον κήπο να κοιμηθώ για μεσημέρι κι έτσι εκείνη να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου. Έλα όμως που είχα ήδη βάλει τη χρυσόμυγα στο σπιρτόκουτο και την είχα κρύψει κάτω από το μαξιλάρι μου κι ήθελα να την πάρω μαζί μου.

– «Γιαγιά μισό λεπτό να πάρω κάτι. Τώρα φεύγω».

– «Τσακίσου γρήγορα».

– «Μα μισό λεπτό γιαγιά ….».

– «Μίλησα κι είπα τώρα».

Έτσι δεν πρόκανα να πάρω τη χρυσόμυγά μου κι η γιαγιά έπεσε για ύπνο ξεκουράζοντας το κεφάλι της πάνω από μία φυλακισμένη χρυσόμυγα και που να φανταστεί ότι το ζουζούνισμα δεν ήταν από το κεφάλι της ή από τα αυτιά της, αλλά ήταν από μία χρυσόμυγα. Άρχισε να εκνευρίζεται και δεν ήταν και πολύ δύσκολο αυτό. Τι στην ευχή γρατζούναγε συνέχεια, δεν μπορούσε να καταλάβει.

Στριφογυρίζοντας συνέχεια στο κρεβάτι από τον ανήσυχο ύπνο της που οφειλόταν στις ανησυχίες της χρυσόμυγας, άκουσε ένα παράξενο θόρυβο από τον κήπο και από περιέργεια σηκώθηκε και κοίταξε από το τζαμάκι της πόρτας τι συνέβαινε. Και τι να δει. Κάτι Γερμανοί στρατιώτες πηδούσαν μέσα στο περιβόλι μας από την πλευρά του κτήματος του Ελβετού Γκρέτιγκερ (σήμερα αυτό το μεγάλο κτήμα ανήκει στην καθολική εκκλησία, στην Παμμακάριστο, και πάλι καλά για να σωθεί), που συνόρευε με το δικό μας σπίτι. Κρατούσαν δε και όπλα και όλα τα σχετικά «πετραχήλια» που λέγαμε κοροϊδεύοντας.

«Μαρουσώ, τρέχα, οι Γερμανοί είναι μέσα στο περιβόλι, μπήκαν από του Ελβετού» φώναξε η γιαγιά στην κόρη της κι άνοιξε αμέσως την πόρτα και βγήκε έξω. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της που εμφανίστηκε σε ξένους ανθρώπους χωρίς τη ρόμπα της αλλά μόνον με το «μεσοφόρι» της. Κι ήταν νέα γυναίκα και την θεωρούσαν κι όμορφη.

Βγήκε έξω ξαφνιασμένη τόσο, που ξέχασε να κρύψει το ραδιόφωνο που είχαμε ξεσφραγίσει για να ακούμε Λονδίνο. Αλαφιασμένη, αν και δεν το ‘δειχνε, είπε φωναχτά «Αρμόν, έχουμε πόρτα, γιατί έφερες τους φίλους σου πηδώντας τον τοίχο; Ξέχασες πως η κόρη μου η Μαρουσώ σε έμαθε ποδήλατο; Μαρουσώ φέρε κεράσματα να περιποιηθείς τους φίλους του Αρμόν».

Και συνέχισε: «παιδιά, ψάχτε ό,τι θέλετε στο σπίτι, δεν κρύβουμε κάτι». Η γιαγιά στεκόταν όρθια μπροστά στο «παράνομο» ραδιόφωνο κι έμενε ακίνητη. Πού να κουνηθεί, που αν κουνιόταν θα πρόβαλλε το ραδιόφωνο και μετά κάποιοι μπορεί και να πήγαιναν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ανάλογα με τα κέφια στην Κομαντατούρα.

Οι Γερμανοί μπήκαν λίγο στο δωμάτιο, προχώρησαν λίγα βήματα, είδαν που ο παππούς κοιμόταν αμέριμνος στο βάθος και μπήκαν λίγα βήματα και στην τραπεζαρία. Ο Αρμόν δεν μίλησε καθόλου. Εκείνοι που τον είχαν στείλει, προφανώς άλλα του είχαν πει ότι θα εύρισκε στο σπίτι του παππού. Έφαγαν το γλυκό του κουταλιού που τους κέρασε η θεία μου η Μαρουσώ, ήπιαν ευγενώς το λικεράκι βύσσινο που τους κεράσαμε, χαιρέτησαν κτυπώντας με το χαρακτηριστικό τους τρόπο τα τακούνια από τις μπότες τους κι έφυγαν προβληματισμένοι.

Ο παππούς κάποια στιγμή είπε «γυναίκα τι συμβαίνει;» κι η γιαγιά του απήντησε «τίποτα Βασίλη μου, μην ανησυχείς» ηρεμώντας με τον δικό της τρόπο το «μωρό» της, γιατί σαν μωρό τον πρόσεχε τον παππού.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, έξω από το σπίτι της γιαγιάς της Παρδάλαινας, ακουμπώντας στη σιδεριά του παλιού πηγαδιού που έχει διασωθεί, αναλογίζομαι και αναρωτιέμαι τι ήταν εκείνο που οι Γερμανοί είχαν δει εκείνο το μεσημέρι ή τι ήταν εκείνο που δεν θέλησαν να δουν τελικά, γιατί την προβληματισμένη και εύγλωττη σιωπή του Αρμόν, δεν την έχω ξεχάσει ποτέ. Τι θα είχε γίνει άραγε, αν η γιαγιά δεν είχε προφθάσει να βγει έξω και να στήσει το σκηνικό με τους Γερμανούς με τον τρόπο που εκείνη ήθελε;

Αφού η γιαγιά ηρέμησε από την ταραχή, κάθισε να πιεί ένα καφεδάκι με ρεβίθι κριθάρι, όπως γινόταν στην Κατοχή των Γερμανών. Πάνω στην κουβέντα, θυμήθηκε την αϋπνία της, θυμήθηκε το γρατζούνισμα εκείνο που της είχε σπάσει τα νεύρα και δεν την άφηνε να κοιμηθεί κι έτσι άκουσε τους Γερμαναράδες.

«Ήθελα να ξέρω τι στην ευχή ήταν εκείνος ο θόρυβος μέσα στο δωμάτιο με τα ατελείωτα χρου χρου και δεν μπορούσα πριν να κοιμηθώ. Μου έδινε στα νεύρα».

«Γιαγιά, σου έλεγα να με αφήσεις να πάρω το σπιρτόκουτο με τη χρυσόμυγά μου κι εσύ δεν με άκουγες και δεν με άφησες να την πάρω και μου ‘λεγες να τσακιστώ να φύγω, τι έφταιγα εγώ;».

Περιττό να σας πω ότι τα γέλια κράτησαν για ώρα, τόσο πολύ, που μάλλον ξεχάσαμε να ευχαριστήσουμε τη χρυσόμυγα που ίσως μας έσωσε τη ζωή.

Για να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη, ευχαρίστησα τη χρυσόμυγα που με τον ήχο του πετάγματός της, μου θύμισε αυτή την ιστορία κι ευχαρίστησα κι όλες τις χρυσόμυγες του κόσμου.

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΡΔΑΛΗ