ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΪΡΟΥ: ΦΩΤΟΓΡΦΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΝΕΚΡΙΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ ΦΑΓΙΟΥΜ

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΪΡΟΥ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΦΩΤΟΓΡΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ

 ΜΕ ΤΑ ΝΕΚΡΙΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ ΦΑΓΙΟΥΜ, 

ΤΙΣ ΠΡΩΙΜΕΣ ΑΥΤΕΣ “ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ”,

 ΙΧΝΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

 

 

Γράφει ο Χρίστος Γ Παπαδόπουλος*

 

Στις 25 Ιανουαρίου 1899 ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα του Φαγιούμ, σε μια περιοχή που η παρουσία των Ελλήνων πρίν απο πολλούς αιώνες είναι αδιαμφησβήτητη. Η ιστορία της Κοινότητας αυτή δεν μακροημέρευσε αφού ήδη απο το μέσον του 20ου αιώνα είχαν μείνει ελάχιστοι Έλληνες και τελικά αφου εκλεισαν τα σχολεία και δεν υπήρχε ουτε καν παπάς για την εκκλησία της, τον Άγιο Σπυρίδωνα, συγχωνεύτηκε με την Ελληνική κοινότητα Μίνιας το 1964.

Μαρτυρίες εκ των τελευταίων παροίκων της, αναφέρουν πως όταν κάποιος πάροικος πέθαινε, ηταν έθιμο των ντόπιων Ελλήνων,  να ξεκρεμούν απο το σαλόνι του σπιτιού του το ζωγραφιστό πορτρέτο του και να το πηγαίνουν στον Αγιο Σπυρίδωνα όπου το άφηναν για σαράντα μέρες. Προφανώς η τοπική παραδοση των νεκρικών πορτρέτων του Φαγιούμ, είχε λόγο γεννεσιουργό  για το παραπάνω έθιμο του 20ου αιώνα.

 

 

Ας δουμε το ελληνικό παραμύθι του Φαγιούμ, πιάνοντας το νήμα από την αρχή κι εν συντομία. Ο Ηρόδοτος, πατέρας της Ιστορίας, αναφέρει το Φαγιούμ στις αφηγήσεις του ήδη απο τον 5ο π.Χ αιώνα και ο ίδιος αναφέρει ότι βρήκε Έλληνες σε μια όαση της Ανω αιγύπτου. Στο Φαγιούμ φαίνεται να φτάσανε στην εποχή των δύο πρώτων Πτολεμαίων, τον 3ο π.Χ αιώνα, ως τεχνικοί που συνέβαλλαν στην αποξήρανση του έλους, αφήνοντας το πιο βαθύ μέρος τους ως Λίμνη, τη λίμνη Καρούν που υπαρχει και στις μέρες μας. Η περιοχή την εποχή εκείνη θύμιζε ελληνικό τοπίο με ελαιώνες και χαρακτηριστική αρχιτεκτονική ελληνικών πόλεων. “Ο Αρσινοϊτης νομός,όπως ονομάστηκε, είχε πρωτεύουσα την Αρσινόη,την Κροκοδειλούπολη των Αιγυπτίων.Υπήρχαν εκεί πολλές πόλεις με ονόματα Θεαδέλφεια,Βακχειάς, Διονυσιάς, Φιλαδέλφεια, Λυσιμαχίς, Αφροδίτη, Βερενίκη, Ηφαιστειάς, Λητώ, Πολυδεύκεια κ.α… Ο Ελληνισμός αυτός εξαφανίστηκε μετά την αποχώρηση των Βυζαντινών” αναφέρει ο Μανώλης Γιαλουράκης στο βιβλίο του “Η Αίγυπτος των Ελλήνων”

 

 

 

Καθώς η περιοχή ευημερούσε, η όαση προσέλκυσε ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, γεγονός που βοήθησε να σχηματιστεί ένας πολυπολιτισμικός πληθυσμός Αιγυπτίων, Ελλήνων και Ρωμαίων και όχι μονο, μετά την εποχή των Πτολεμαίων, που φαίνεται έντονα στην τέχνη, τη θρησκεία και τη γλώσσα της εποχής. Στον υβριδικό αυτό πολιτισμό, μείγμα των τριών προαναφερθέντων, οι πολίτες ανεξαρτήτως καταγωγής έγραφαν και μιλούσαν ελληνικά και αρέσκονταν να δηλώνονται ως Έλληνες, αφού ήταν τιμή για την εποχή τους. Τα πρώτα τους ονόματα ήταν ελληνικής προέλευσης, όπως  για παράδειγμα Αντίνοος, Σώτερ και Ειρήνη, αλλά και αιγυπτιακά, όπως  Αμμώνιος.

 

 

Οι οικογένειες ελληνικής καταγωγής που ζούσαν γύρω από το Φαγιούμ είχαν υιοθετήσει σταδιακά τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα τελετουργικά του καινούργιου τους τόπου. Λάτρευαν τον Όσιρι, τον θεό της μετά θάνατον ζωής και ξεκινησαν να ακολουθούν τα αιγυπτιακά έθιμα στο τελετουργικό της κηδείας. Σύμφωνα  μ’ αυτά κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως κοινωνικής  θέσης δύναται να γίνει δεκτός στο βασίλειο των θεών, με την προϋπόθεση να  τον ταρίχευαν σωστά όταν πέθαινε.Αν και η καύση και οι ταφές ήταν κοινά στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, πολλοί νεοφερμένοι στο Φαγιούμ υιοθέτησαν το αιγυπτιακό τελετουργικό της μουμιοποίησης.

 

 

Όπως μας μεταφέρει η ζωγράφος και συγγραφέας Ευφροσύνη Δοξιάδη που  έχει αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι της δημιουργικής της διαδρομής στην έρευνα και τη μελέτη γύρω από τα πορτραίτα του Φαγιούμ, σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη, τον πρωτο π.Χ αιώνα , οι ταριχευμένες μούμιες  με το νεκρικό πορτρέτο τοποθετουνταν όρθιες ακουμπισμένες στον τοίχο ή ξαπλωμένες σε ένα κρεβάτι  σ ένα δωματιο του σπιτιού, για να  “γνωρίζουν” κι οι επόμενες γενιές τους προγόνους τους και να πάρουν τις αρετές τους.

(στον παρακάτω σύνδεσμο μπορειτε να παρακολουθήσετε σχετική διάλεξη της Τα πορτραίτα του Φαγιούμ)

 

 

Στην αρχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας,τον 1ο π.Χ αιώνα ελληνικές και ρωμαϊκές επιρροές άρχισαν να φαίνονται στα ταφικά πορτρέτα στις μούμιες του Φαγιούμ που φτιαχνόταν  για να διατηρήσουν ανέπαφο το νεκρό και το πέρασμα του από τη ζωή στον θάνατο,  ως την άφιξή του στο βασίλειο του Όσιρι. Ο ρεαλισμός αυτών των πορτρέτων είναι ίδιος με αυτόν που παρατηρείται στα ελληνικά και ρωμαϊκά έργα τέχνης. Αυτοί οι νατουραλιστικοί πίνακες φαίνεται να ανασταίνουν τον νεκρό, τιμώντας τη ζωή, τις αρετές του και τις επιτυχίες του. Σε πολλά εχει χρησιμοποιηθεί η εγκαυστική, μια τεχνική ελληνική που προφανώς έφτασε στην Αίγυπτο την εποχή των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Γενικά η τεχνοτροπία των πορτρέτων και η τεχνική που τα δημιουργησε δεν αφήνει καμια αμφιβολία στους ειδικούς οτι ανήκουν στην ελληνική  ζωγραφική τέχνη, κυρίως μέσα απο τις περιγραφές των εργων  αυτών  όπως σωθηκαν σε διάφορα συγγράματα.

 

 

Ωστόσο τα πορτρέτα του Φαγιούμ μαρτυρούν διαφορετικά επίπεδα τεχνογνωσίας των δημιουργών τους. Τα χρώματα και το σχέδιο ορισμένων πινάκων φαίνονται πιο χοντροκομμένα, υποδηλώνοντας μάλλον ότι ακόμη και οι φτωχοί πολίτες είχαν ζωγραφίσει τα πορτρέτα τους σε λιγότερο ταλαντούχους καλλιτέχνες. Τα περισσότερα όμως από τα ζωγραφισμένα πρόσωπα στα πορτρέτα του Φαγιούμ ήταν αυτά των πλούσιων μελών της κοινωνίας. Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, αυτά τα τόσο ρεαλιστικά πορτρέτα  πιθανότατα έγιναν ενώ το πρόσωπο που απεικονίζουν ήταν ακόμα εν ζωή και ίσως διακοσμούσε το σπίτι του πριν χρησιμοποιηθεί ως νεκρικο πορτρέτο της μούμιας του. Γι αυτό το λόγο άλλωστε πολλά απο τα νεκρικά πορτρέτα βρέθηκε ότι έχουν κομμένες τις γωνίες του έργου. Η θεωρία αυτή δεν επιβεβαιώνεται όμως πάντα αφού δεν εξηγούνται έτσι τα παιδικά πορτρέτα αφενός και αφετέρου σε πολλά απο τα υπόλοιπα οι επιστήμονες ταυτοποίησαν την κοινή ηλικία πορτρέτου και νεκρού.

 

 

Οι  λεπτομέρειες στον συμβολισμό των πορτρέτων μαρτυρούν την πολιτισμική και υφολογική πολυμορφία της εποχής. Άλλα θέματα παρουσιάζουν στέφανα από φύλλα χρυσού, τα οποία παραπέμπουν σε Μακεδονικά, Ελληνικά και Ρωμαϊκά πρότυπα. Εκτός από τον εντυπωσιακό ρεαλισμό τους τα πορτρετα του Φαγιουμ δειχνουν την πολυπολιτισμικότητα του πληθυσμού αλλά και τις πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις τους καθώς και τη μόδα της εποχής που αποτυπώνεται στα ρούχα, τα χτενίσματα και τα αξεσουάρ των πορτρέτων. Αξιοπρόσεκτο το γεγονός οτι η ενδυση αντικατοπτρίζει κυρίως το ρωμαϊκό τρόπο παρά τον Αιγυπτιακό.

 

 

Το τελετουργικό αυτο κυριαρχησε απο τον 1ο π.Χ αιώνα ως τον 3ο μ.Χ αιώνα κυρίως, Στο τέλος του 4ου αιωνα ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου  Θεοδόσιος απαγόρευσε τη μουμιοποίηση προσπαθώντας να επιβάλλει τον Χριστιανισμό. Ωστόσο τα νεκρικά αυτά πορτρέτα  κέρδισαν την αιώνια ζωή και είναι ολοφάνερη η επίδραση τους στα βυζαντινά έργα τέχνης και στην χριστιανική αγιογραφία. Η χρήση φύλλων χρυσού, τα μεγάλα μάτια των προσώπων τα συναντουμε περα απο τη βυζαντινή ,μέχρι και στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή ευρωπαϊκή τέχνη. Στην αγιογραφία της Κοπτικής Εκκλησίας δε,  ειναι χαρακτηριστικό ως τις μέρες μας.

 

 

Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια, “Με τον όρο πορτραίτα Φαγιούμ εννοείται το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως τη σημερινή εποχή.

Τα πορτραίτα ανακάλυψε και ανέφερε πρώτος ο Ιταλός περιηγητής Πιέτρο ντελα Βάλλε (Pietro Della Valle) το 1615. Αυτά τα νεκρικά πορτραίτα, προορισμένα για ταφική χρήση, πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, 85 χλμ νότια του Καΐρου, επειδή εκεί ανακαλύφθηκαν τυχαία τα πρώτα δείγματά τους.

 

 

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια περισσότερες προσωπογραφίες, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν μουμιοποιημένα σώματα με προσωπογραφίες στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Τεοντόρ Γκραφ (1840–1903), Αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και στη Νέα Υόρκη….”

 

 

 

Περισσότερα απο 1000 πορτρέτα εκτιθενται σε  Αιγυπτιακές συλλογές  σπουδαίων Μουσείων σε όλο τον κόσμο, που για έναν αιώνα σχεδόν προσπαθούσαν  αλλά αδυνατούσαν να καταλήξουν  με σιγουριά σε ποια συλλογή έπρεπε να τα εντάξουν. Στην Αιγυπτιακή, αφού στην Αίγυπτο βρέθηκαν; Στην Κοπτική αφού είναι οι πρόδρομοι της κοπτικής αγιογραφίας; Στην Ελληνορωμαϊκή αφού ρωμαϊκά ρούχα και κοσμήματα απεικονίζονται; Ή στην Ελληνική που αδιαμφησβήτα ανήκει η τεχνοτροπία ζωγραφικής ; Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα  συνεχίσουν να αποκαλύπτονται στο μέλλον, στις ανασκαφές της Αιγυπτιακής γης. Και βεβαια δεν εννοούμε μόνο στην περιοχή του Φαγιούμ, γιατι ανάλογα πορτρέτα , παρόλο που καθιερώθηκε να λεγονται ετσι, βρεθηκαν και σε άλλες περιοχές νοτίως του Φαγιούμ στην Άνω Αίγυπτο ή και βορείως, στα δυτικά της Αλεξάνδρειας.

Σας παρουσιάζουμε εδώ μερικές φωτογραφίες πορτρέτων του Φαγιούμ απο τη συλλογή του Αιγυπτιακού Μουσείου Αρχαιοτήτων, φωτογραφίες της 18.11.2021 δια χειρός Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου, με την ευκαιρία του αφιερώματος που παρουσιάσαμε για τα 119 χρόνια απο την ημέρα των εγκαινιων του στις 15 Νοεμβρίου 1902 .(https://www.facebook.com/PALIAtzoures/posts/598189824935077)

 

 

Τα πορτρέτα του Φαγιούμ, οι πρώιμες αυτες “αγιογραφίες” κοινών θνητών,  αποτελούν μια ακομα σφραγίδα απο τις δια βίου συναντήσεις του Αιγυπτιακού και του Ελληνικού Πολιτισμού.

 

ΥΓ εδώ λόγω χώρου σας κοινοποιούμε μερικές από τις σαράντα φωτογραφίες. Αν θέλετε να τις δείτε όλες πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο https://www.facebook.com/PALIAtzoures/posts/603055171115209

 

*Διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου