Η Αλεξανδρινή Άλκηστις

 

Γράφει ο Χρίστος Παπαδόπουλος*

Μπορεί να είναι καινούργια η σημερινή μας δημοσίευση αλλά είναι ταυτόχρονα και παλιά. Αφορμή μια φωτογραφία που δημοσιεύτηκε  στο Instagram και με την ευκαιρία αυτή συγκεντρώσαμε όσες βρήκαμε σε διάφορες σελίδες, δημοσιευμένες κατά καιρούς στον ίδιο λογαριασμό Instagram.

Δυο δροσερές,κομψές, νεαρές κυρίες, Αλεξανδρινές, βολτάρουν ανέμελες στην μεταπολεμική Αλεξάνδρεια του 1950, μ’ εκείνη την αρχοντική ανεμελιά των περισσότερων Αιγυπτιωτών σε μια εποχή που η Αίγυπτος ήταν ακόμα η πρώτη τους επιλογή για να ζήσουν.

 

 

 

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Μαρίκα, δεξιά, θα γεννήσει ένα κοριτσάκι στην Αλεξάνδρεια και η αδερφή της η Φωφώ, αριστερά, θα το βαφτίσει αργότερα δίνοντας του δύο ονόματα. Άλκηστις- Σεβαστή. Κόρη του χειρούργου οδοντίατρου Σταύρου Αττικιουζέλ που στα εφτά της θα έρθει στην Ελλάδα, αφού και η οικογένεια της ακολούθησε το μεγάλο κύμα της εξόδου των Αιγυπτιωτών και επαναπατρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

 

 

Κι ενώ φαινότανε ότι θα κάνει καριέρα στον αθλητισμό, ειδικότερα στον στίβο την κέρδισε τελικά το τραγούδι μέσα στο οποίο αναβαφτίστηκε σε Άλκηστη Πρωτοψάλτη, για να αναδειχτεί σε μια από τις διαχρονικά  κορυφαίες Ελληνίδες του Ελληνικού τραγουδιού. Ίσως δεν ήταν καθόλου τυχαίο που η πρώτη εμφάνιση σε συναυλία γίνεται το 1975, σε ένα χαρακτηριστικό αθλητικό χώρο, στο Παλαί ντε Σπορ στη Θεσσαλονίκη. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα ανέλαβε και το χαρτοφυλάκιο του αναπληρωτή Υπουργού Τουρισμού. Περήφανη πάντα για την Αιγυπτιώτικη καταγωγή της, επέστρεψε καλλιτεχνικά στην Αλεξάνδρεια  για να τραγουδήσει στον εορτασμό της επαναλειτουργίας της  Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.

 

 

Περιγράφει η ίδια στην επίσημη ιστοσελίδα της http://alkistisprotopsalti.gr  μεταξύ άλλων:

“Γεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς. Μέχρι την ηλικία 7 ετών ζήσαμε στην Αλεξάνδρεια και ένα μικρό χρονικό διάστημα στο Σουέζ. Η καταγωγή του πατέρα μου ήταν από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας και της μητέρας μου από την Χίο.

Τα παιδικά μου χρόνια κύλησαν πολύ ευτυχισμένα και τα θυμάμαι με αγάπη: Τα ζεστά απογεύματα στην Αλεξάνδρεια, τις βόλτες με τον παππού μου, τη μυρωδιά της θάλασσας, τα ηλιοβασιλέματα, το θρόισμα από τους φοίνικες που στόλιζαν την παραλία, τους ψαράδες με τα καλάμια τους, το τραμ, τις καραμέλες αργισούς, τις βόλτες με το αυτοκίνητο στη Σαχάρα… Tο μαγαζάκι με τα χρωματιστά τζάμια που έφτιαχνε φαλάφελ και πίτες ζεστές απέναντι από το σπίτι μας ήταν αυτό που πρόσφατα ξύπνησε τις παιδικές μου μνήμες και θυμήθηκα την γειτονιά των πρώτων χρόνων της ζωής μου. Το σπίτι μας σήμερα δεν υπάρχει πια. Έχει αντικατασταθεί από ένα πολυώροφο κτίριο, το Δικαστικό Μέγαρο Αλεξάνδρειας.

 

 

Τις αταξίες μου, τις θυμάμαι περισσότερο από τις περιγραφές της μητέρας μου, ήμουνα πραγματικά θηρίο! Στο σπίτι μας στο Σουέζ υπήρχε μία μεσοτοιχία με μία σκάλα ξύλινη, ίσια και ψηλή στην οποία η μαμά απεγνωσμένα κάθε φορά με παρακαλούσε να μην ανεβαίνω. Φυσικά εγώ, όπου «μη» μέσα! Μια φορά ανέβηκα στην κορυφή της, κι έπεσα μέσα σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ που ήταν από κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν να με κάνουν μπάνιο με πετρέλαιο!!!

Ήμουν αεικίνητη και δεν έτρωγα το φαγητό μου, γι αυτό και είχανε βρει το εξής κόλπο: είχανε φτιάξει ένα φίδι με πανί, το φοράγανε στο χέρι και το κινούσανε στο τζάμι για να με φοβίσουν… Κάποια μέρα όμως, η θεία μου είχε ξεχάσει στο δάκτυλό της την δακτυλήθρα που έραβε και έτσι ανακάλυψα την …σκευωρία.

 

 

Το σχολείο μου ήταν το Αβερώφειο, ένα σχολείο που άφησε εποχή στην Αλεξάνδρεια και το οποίο δυστυχώς τώρα έχει ελάχιστους μαθητές. Το επισκέφθηκα πρόσφατα και οι μνήμες ζωντάνεψαν αμέσως. Το προαύλιο του σχολείου, ο ιστός της ελληνικής σημαίας, το γήπεδο που κάναμε τις γυμναστικές επιδείξεις, οι βρύσες που τότε δεν τις έφτανα για να πιω νερό. Μετά από τόσα χρόνια είναι ακόμη εκεί ο ίδιος επιστάτης, ο οποίος έψαξε και βρήκε τους καταλόγους εγγραφής της χρονιάς μου: Άλκηστης Σεβαστή Αττικιουζέλ του Σταύρου και της Μαρίας. Μου άρεσε πάρα πολύ το όνομα που διάλεξε η μητέρα μου για μένα, κυρίως για την ριζοσπαστική της απόφαση να έχω ένα όνομα που δεν ακολουθεί την οικογενειακή κληρονομιά. Όσο για το Σεβαστή, ήταν απαίτηση του παπά, ο οποίος δεν δεχόταν μόνο το αρχαίο ελληνικό Άλκηστης.

 

 

 

 

Ο πατέρας μου ήταν χειρούργος οδοντίατρος και η μητέρα μου δασκάλα. Ήταν και οι δύο πολύ αυστηροί αλλά ταυτόχρονα πολύ τρυφεροί. Με αγαπούσαν πάρα πολύ -καθ΄ ότι ήμουν και μοναχοκόρη- και συχνά αυτό το εκμεταλλευόμουνα. Η σχέση μου με τον πατέρα μου ήταν εξαιρετική -όσο θυμάμαι- και δεν μου χάλαγε ποτέ χατίρι. Υπήρχαν φορές που με πήγαινε στον κινηματογράφο και τον υποχρέωνα να ξαναδούμε την ταινία πάλι από την αρχή. Εξακολουθώ να είμαι φανατική φίλη του κινηματογράφου. Μου αρέσουν κυρίως οι περιπέτειες, οι ταινίες με ιστορικό περιεχόμενο και οι επιστημονικής φαντασίας.

 

 

Αρχές της δεκαετίας του ’60 οι γονείς μου αποφάσισαν λόγω των πολιτικών γεγονότων να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο και ευτυχώς να έρθουν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι συγγενείς διασκορπίστηκαν σε άλλες χώρες. Ο ξεριζωμός ήταν τόσο επώδυνος που τον θυμάμαι ακόμα, κυρίως το κλάμα των δικών μου και την σκηνή του τελωνιακού που μου πήρε την κούκλα από τα χέρια και έσπασε το κεφάλι της, ψάχνοντας για τιμαλφή. Από τότε δεν ξανάπαιξα με κούκλες…”

Τα θυμηθήκαμε όλα αυτά με αφορμή τη σημερινή της δημοσίευση στο προφίλ της στο Instagram που σας μεταφέρουμε:

 

Ανέμελες κι ωραίες στην πρωινή τους βόλτα στην Αλεξάνδρεια. Η αδελφή της μητέρας μου και νονά μου Φωφώ (αριστερά) και η μητέρα μου Μαρίκα, το 1950…

 

*Διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου